
Καιρός αίθριος.
Οι κεκαυμένοι του μεσημεριού
να κείτονται πάνω στ΄ άσπρα βότσαλα
μια υποψία δροσιάς ν' ακούγεται
στα πόδια τους
απ΄τα κλειστά τους μάτια
να μπαίνουνε χρυσοκόκκινες ανταύγειες.
Οι αποχαυνωμένοι απ΄ το γουργούρισμα της θάλασσας
να μπλέκουν τα δάχτυλά τους
και τις σκέψεις τους
κι η ώρα να περνάει απροσμέτρητη...
Σ΄όλη την παραλία
έθαλλε μόνο αυτή η αγάπη
έπνεε πού και πού ένας ξερός αέρας
άνοιγε τους πόρους
φλόγιζε τους πόθους
πίσω απ΄ τα βράχια,
δεν είχανε τίποτα να κρύψουν
απ΄ τα πουλιά
ζούσαν κι αυτά το ορισμένο απ΄τη φύση τους.
Κι ύστερα τα πήρε όλα η σιωπή
τις αδελφές ψυχές
τις στέγνωσε ο ήλιος
από το καύμα του καλοκαιριού
δεν έμεινε παρά μια πόλη από καμμένα σπίρτα
και μια σημαία που ξεχάσανε.
Ό,τι άλλο το πετάξανε
να μη λερώσουνε την παραλία
με τ΄ απομεινάρια
φεύγοντας
και ξεμακραίνοντας στο βάθος της ζωής
οι δυο τους
τελικά ετεροθαλείς.
(2.7.09)
«Η σιωπή λικνίζεται στην αμμουδιά. Τα πόδια της πατούν στην κυανή, άνευ έρματος ακρογιαλιά θαλάσσης που καθεύδει». (Από τον Πλόκαμο της Αλταμίρας, του Ανδρέα Εμπειρίκου).
Ό,τι καλύτερο για διάβασμα επιστρέφοντας βραδάκι από την ακρογιαλιά.. Σαν να λέμε έβαλες στο χαρτί τις σκέψεις σου, τις σκέψεις μου, τις σκέψεις μας.. όταν πετάμε το βότσαλο στο νερό με την ελπίδα να μείνει εκεί και να μην ξαναχωθεί πάλι ανάμεσα στα δάχτυλά μας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ:)
Επιστρέφοντας βραδάκι από την ακρογιαλιά; Ζηλεύω! Εγώ ακόμα δεν έχω βρέξει στη θάλασσα ούτε τα πόδια μου!
ΑπάντησηΔιαγραφή