Επισκέφθηκαν κάποιοι αδελφοί τον αββά Αντώνιο και του λένε: "Πες μας ένα λόγο, πώς να σωθούμε;"
Kαι ο γέροντας τους απάντησε:
"Ακούσατε την Αγία Γραφή; Αυτό σας αρκεί"
Εκείνοι όμως του είπαν:
"Θέλουμε ν' ακούσουμε μια συμβουλή κι από σένα, πατέρα".
Ο γέροντας λοιπόν τους απάντησε:
"Λέει το ευαγγέλιο, αν κάποιος σε χτυπήσει στη δεξιά πλευρά γύρισε να σε χτυπήσει και στην άλλη".
Εκείνοι του απαντούν:
"Αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε".
Τους λέει λοιπόν ο γέροντας:
"Αν δεν μπορείτε να γυρίσετε και την άλλη πλευρά τουλάχιστον υπομείνετε το ένα χτύπημα".
Εκείνοι του απαντούν:
"Ούτε αυτό το μπορούμε".
Και ο γέροντας λέει:
"Aν ούτε αυτό το μπορείτε, τότε μην ανταποδώσετε το χτύπημα".
Εκείνοι πάλι του απάντησαν:
"Ούτε αυτό το μπορούμε".
Τότε ο γέροντας λέει στον μαθητή του:
"Φτιάξε τους λίγο τραχανά γιατί είναι άρρωστοι".
Και σ' εκείνους είπε: "Αν δεν μπορείτε αυτό και δεν θέλετε το άλλο, τι να σας κάνω; Χρειάζεται προσευχή".
Από το βιβλίο του Γιώργου Κόρδη Με χώμα και φως, εκδ.Εν πλω
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010
Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Κυριακές
Χωράφια σαν τη θάλασσα, μύρο τραχύ των χόρτων
καμπάνας άνεμος μετά τη θύελλα επάνω στ' άνθη,
μες στο γαλάζιο πάρκο της βροχής φωνές παιδιών κρυστάλλινες,
κατσούφης ήλιος για τους λυπημένους, όλα
του κόσμου τούτου πλέουνε στη μεσημεριάτικη αθυμία.
Η ώρα τραγουδάει. Διάφανος καιρός. Εκείνοι
που μ' αγαπούν είναι όλοι εδώ.
Ακούω ψελλίσματα παιδιού, ήσυχα σαν τη μέρα.
Χαρούμενο κι απλό στρώθηκε το τραπέζι
με πράγματα ολοκάθαρα σαν τη σιωπή κεριών που καίνε...
Ο ουρανός δίνει τον πυρετό του σαν ευεργεσία...
Μέρα μεγάλη απέραντη χωριού μαγεύει τα παράθυρα...
Είναι γιορτή, κρατάνε οι άνθρωποι λυχνάρια κι άνθη...
Ένα όργανο μακριά στέλνει τον ήσυχο λυγμό του...
Ω θα' θελα να σου μιλήσω...
του Λεόν-Πωλ Φαργκ (1876-1947)
σε μετάφραση του Τάκη Σινόπουλου
από την Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης του Χριστόφορου Λιοντάκη, εκδ.Καστανιώτη
καμπάνας άνεμος μετά τη θύελλα επάνω στ' άνθη,
μες στο γαλάζιο πάρκο της βροχής φωνές παιδιών κρυστάλλινες,
κατσούφης ήλιος για τους λυπημένους, όλα
του κόσμου τούτου πλέουνε στη μεσημεριάτικη αθυμία.
Η ώρα τραγουδάει. Διάφανος καιρός. Εκείνοι
που μ' αγαπούν είναι όλοι εδώ.
Ακούω ψελλίσματα παιδιού, ήσυχα σαν τη μέρα.
Χαρούμενο κι απλό στρώθηκε το τραπέζι
με πράγματα ολοκάθαρα σαν τη σιωπή κεριών που καίνε...
Ο ουρανός δίνει τον πυρετό του σαν ευεργεσία...
Μέρα μεγάλη απέραντη χωριού μαγεύει τα παράθυρα...
Είναι γιορτή, κρατάνε οι άνθρωποι λυχνάρια κι άνθη...
Ένα όργανο μακριά στέλνει τον ήσυχο λυγμό του...
Ω θα' θελα να σου μιλήσω...
του Λεόν-Πωλ Φαργκ (1876-1947)
σε μετάφραση του Τάκη Σινόπουλου
από την Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης του Χριστόφορου Λιοντάκη, εκδ.Καστανιώτη
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009
Δεν είπε...
Μη κάνεις κήρυγμα
δεν ζήτησα ποτέ
μια συνταγή για τη ζωή.
Δώσ'μου καλύτερα
μια χούφτα κανελογαρύφαλα.
Μέρες που είναι
σκέφτομαι πάλι τα λόγια
του Χριστού
αγάπα τον πλησίον σου...
Δύσκολο αυτό
και πιο πολύ το σεαυτόν.
Το άλλο όμως
ίσως ακόμα δυσκολότερο.
Δεν είπε δηλαδή
πώς να πλησιάζεις τους αγαπημένους...
(27.12.09)
δεν ζήτησα ποτέ
μια συνταγή για τη ζωή.
Δώσ'μου καλύτερα
μια χούφτα κανελογαρύφαλα.
Μέρες που είναι
σκέφτομαι πάλι τα λόγια
του Χριστού
αγάπα τον πλησίον σου...
Δύσκολο αυτό
και πιο πολύ το σεαυτόν.
Το άλλο όμως
ίσως ακόμα δυσκολότερο.
Δεν είπε δηλαδή
πώς να πλησιάζεις τους αγαπημένους...
(27.12.09)
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
Σε slow motion
Ήρθε και πάλι νυχοπατώντας
περνούσαμε ωραία φαίνεται
κι έφυγε δίχως να τον καταλάβουμε
οι δείκτες έφτασαν κιόλας
τα μεσάνυχτα του χρόνου
κι η άλλη μέρα χαράζει
πάνω στην ιστορία μας
μια γέννηση κι ένα θάνατο,
γιορτινή πάντως
γεμάτη πάχνη και χαρτί περιτυλίγματος.
Το πνεύμα έξω απ' το παράθυρο
προτού κρυφτεί
μας καίει τον ουρανίσκο
κι οι ουρανοί αγάλλονται.
Τόσο γρήγορα που έρχεται και φεύγει
φοβάμαι μήπως ξεχάσω να κάνω μιαν ευχή
να' ρχεται να ξανάρχεται
να φεύγει πάντα δίχως να τον καταλαβαίνουμε
όχι πως δεν τον αγαπάμε.
Είναι που όταν κοντοστέκεται
κοιτάμε κάθε λίγο τα ρολόγια μας
ακόμα, ακόμα;
χωρίς υπομονή για τη βραδυπορία του.
Στη θλίψη τη μεγάλη
αλήθεια
προβάλλεται σε slow motion.
(17.12.2009)
περνούσαμε ωραία φαίνεται
κι έφυγε δίχως να τον καταλάβουμε
οι δείκτες έφτασαν κιόλας
τα μεσάνυχτα του χρόνου
κι η άλλη μέρα χαράζει
πάνω στην ιστορία μας
μια γέννηση κι ένα θάνατο,
γιορτινή πάντως
γεμάτη πάχνη και χαρτί περιτυλίγματος.
Το πνεύμα έξω απ' το παράθυρο
προτού κρυφτεί
μας καίει τον ουρανίσκο
κι οι ουρανοί αγάλλονται.
Τόσο γρήγορα που έρχεται και φεύγει
φοβάμαι μήπως ξεχάσω να κάνω μιαν ευχή
να' ρχεται να ξανάρχεται
να φεύγει πάντα δίχως να τον καταλαβαίνουμε
όχι πως δεν τον αγαπάμε.
Είναι που όταν κοντοστέκεται
κοιτάμε κάθε λίγο τα ρολόγια μας
ακόμα, ακόμα;
χωρίς υπομονή για τη βραδυπορία του.
Στη θλίψη τη μεγάλη
αλήθεια
προβάλλεται σε slow motion.
(17.12.2009)
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
Επιτέλους, για μια φορά, είμαστε όλοι ίσοι!

...Τώρα, εάν κάποιος μου παρατηρήσει: "Και ύστερα; Όλος ο κόσμος βλέπει παρόμοια όνειρα"- θα τον χειροκροτήσω. Επειδή αυτό πάω κι εγώ να υποστηρίξω.[...] Η σημασία της πράξης μου έγκειται στη βαρύτητα που δίνω στο φαινόμενο, και όχι, καθόλου, στα παράγωγά του - έδαφος όπου επιτέλους, για μια φορά, είμαστε όλοι ίσοι.
«...Τώρα βρισκόμαστε μέσα στο σπίτι. Στις μεγάλες πολυθρόνες κάθονται τρεις - τέσσερις κυρίες που ο φίλος μου αρχίζει να παρουσιάζει στον άλλον (από δω και πέρα η γυναίκα που μας συνοδεύει αλλάζει φύλο και γίνεται άντρας), ενώ εγώ αργοπορώ, γυρίζω τις πλάτες μου και μοιάζω καταστενοχωρημένος: ανακαλύπτω ότι το παντελόνι που φοράω δεν έχει κουμπιά, ούτε καν μια ζώνη που να μπορεί να το συγκρατήσει. Με αστραπιαία ταχύτητα βγάζω τη γραβάτα μου και την περνώ στη θέση της ζώνης, τη δένω κόμπο και προσπαθώ να διευθετήσω μπροστά το παντελόνι μου έτσι που να μην ανοίγει όταν κάθομαι. Στο αναμεταξύ παρουσιάζονται και άλλοι καλεσμένοι που ευτυχώς δεν με προσέχουν, αλλά πηγαίνουν και χαιρετούν τις κυρίες. Τότε μόνο παρατηρώ καθαρά ότι μια απ΄ όλες αυτές τις κυρίες, εξαιρετικά αδύνατη, χλωμή, σχεδόν διάφανη και με μεγάλα πράσινα μάτια, δε δίνει ποτέ το χέρι της σε κανένα, μολονότι όλοι προτείνουν το δικό τους, και μένουν ένα λεπτό άναυδοι μπροστά στην προσβολή.
Συλλογίζομαι πως ίσως ήρθαν έτσι καλύτερα τα πράγματα, που αργοπόρησα με το παντελόνι μου και δε θα βρεθώ στη δυσάρεστη θέση "να μη μου δώσει η κυρία το χέρι της"».
Από Τα Όνειρα του Οδυσσέα Ελύτη, στα Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ.ΙΚΑΡΟΣ
Στην εικόνα Γυναίκα με ανασηκωμένο χέρι, (κραγιόνια σε χαρτί) έργο του Γιώργου Μπουζιάνη
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009
Η θαυματοποιός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
