Πού να χωρέσουν τόσα χαράγματα στο φλοιό του μυαλού μας; Γράφει και σβήνει συνεχώς, από τη στιγμή που γεννιόμαστε (κι ίσως νωρίτερα) μέχρι το τέλος. Όλα εκεί συνωστίζονται, κι ό,τι φτάσει πιο βαθιά κι αφήσει ανεξίτηλα το ίχνος του, βρήκε το χώρο του στην αρχαιολογία της ζωής μας κι αναπαύεται εκεί μέχρι να το καλέσουμε -μπορεί κι αθέλητα- να βγει για λίγο έξω να μας θυμίσει την ύπαρξή του, να θυμηθούμε μαζί του ποιοι ήμαστε, τι μάθαμε, τι είδαμε, ποιους γνωρίσαμε, τι ζήσαμε. Περνούν από τα μάτια μας εικόνες, από τα αυτιά μας ήχοι, από την ψυχή μας συναισθήματα, από το σώμα μας αισθήσεις. Κι έτσι παραδινόμαστε στη βεβαιότητα του είναι, κι αφήνουμε για λίγο την περιδίνηση στο γίγνεσθαι.
Με τον ίδιο τρόπο συνωστίζονται μέσα μας και τα διαβάσματά μας. Παλεύουν κι αυτά να εντυπωθούν, παλεύουμε κι εμείς να κρατήσουμε το μέγιστο δυνατό από κάθε σελίδα που αγαπήσαμε. Περνάει ο καιρός κι οι λεπτομέρειες (ό,τι πιο έξοχο δηλαδή) ωχριούν. Σαν τους ανθρώπους που γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, αλλά οι δρόμοι μας χωρίσανε και τώρα πια τους θυμόμαστε σε "γενικές γραμμές". Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι υπάρχει πάντα μέσα μας το σταθερό τους περίγραμμα, ο χώρος ο δικός τους, ο αναπαλλοτρίωτος. Μια μικρή συνειρμική ώθηση χρειάζεται για να θυμηθούμε μια απ΄ όλες τις λεπτομέρειες, μια μικρή ουλή στο μέτωπο ας πούμε, ή τα χείλη την ώρα που φυσούν τον καπνό του τσιγάρου.
Έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε που διάβασα τους Αδελφούς Καραμάζοβ (εννοείται στις εκδόσεις Γκοβόστη, εννοείται από μετάφραση του Αλεξάνδρου). Θυμήθηκα -δεν ξέρω γιατί- ένα παραμυθάκι που αφηγείται η Γκρούσενκα, αυτό το "αχαλίνωτο" ντοστογιεφσκικό θηλυκό στο τέλος του β΄τόμου. Έψαξα, το βρήκα και το ξαναδιάβασα. Το αντιγράφω γιατί δεν θέλω να το πω ούτε σε γενικές γραμμές ούτε με τα δικά μου λόγια:
«Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε μια κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα. Πέθανε κι ούτε ένα καλό δεν είχε κάνει στη ζωή της. Την άρπαξαν το λοιπόν οι διαβόλοι και την πετάξανε στη φλογισμένη λίμνη. Τότε ο φύλακας - άγγελός της κάθισε και σκέφτηκε: "Πρέπει να θυμηθώ καμιά καλοσύνη της για να πάω να την πω στο Θεό". Θυμήθηκε, και μια και δυο πάει και λέει στο Θεό: "Αυτή, του λέει, έβγαλε ένα κρεμμυδάκι φρέσκο απ΄ το περιβόλι και τό΄δωσε σε μια ζητιάνα". Κι ο Θεός απαντάει: "Πάρε λοιπόν το ίδιο εκείνο κρεμμυδάκι, και πήγαινε πάνω απ΄τη λίμνη. Βάστα το κρεμμυδάκι απ΄τη μια άκρη κι ας πιαστεί αυτή απ΄την άλλη. Τότε τράβα την. Αν τα καταφέρεις να την τραβήξεις απ΄τη λίμνη, τότε ας πάει στον Παράδεισο. Όμως αν σπάσει το κρεμμυδάκι, θα πει πως καλά είναι εκεί που είναι". Έτρεξε ο άγγελος στη γυναίκα και της λέει: "Πιάσου γερά απ΄το κρεμμυδάκι κι εγώ θα σε τραβήξω." Κι άρχισε να την τραβάει προσεχτικά. Την είχε βγάλει σχεδόν ολάκερη απ΄τη λίμνη, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί πως την τραβάνε έξω, γαντζώθηκαν όλοι πάνω της για να βγούν κι αυτοί μαζί της. Μα η γυναίκα ήταν κακιά, σωστή μέγαιρα, κι άρχισε να τους κλωτσάει: "Εμένα θέλουν να βγάλουν κι όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι κι όχι δικό σας." Μόλις το΄ πε αυτό, το κρεμμυδάκι έσπασε. Κι αυτή ξανάπεσε στη λίμνη και καίγεται εκεί πέρα ως τα σήμερα. Ο άγγελος έβαλε τα κλάματα κι έφυγε».
Σε αντίθεση με τους ανθρώπους τα βιβλία είναι πάντα εκεί. Απλά σε περιμένουν να τα ξαναδιαβάσεις.
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου