«...με άλλα λόγια, δεν βλέπει ο Μαρξ ότι υπάρχει μια ενδογενής και εγγενής κριτική που πρέπει να ασκηθεί πάνω στην ίδια την τεχνική και την οργάνωση της παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό. Αυτή η αμνησία του Μαρξ είναι περίεργη και δείχνει σε ποιον βαθμό είναι υποχείριος του καπιταλιστικού φαντασιακού. Διότι την ίδια εποχή βρίσκει κανείς μια κριτική σκέψη πάνω στην καπιταλιστική εξέλιξη της τεχνικής, της οικονομίας και της κοινωνίας σε πολλούς συγγραφείς. Δεν θα τους αναφέρω εδώ, θα σας υπενθυμίσω, αν και τώρα οι νεότερες γενιές δεν διαβάζουν πια αυτά τα βιβλία, απλώς ένα μέρος, ένα υποκεφάλαιο από τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ. Όταν ο Γιάννης Αγιάννης, για να σώσει τον Μάριο, τον παίρνει από το οδόφραγμα το οποίο κυριεύει ο στρατός και μέσα από τους υπονόμους των Παρισίων κάνουν χιλιόμετρα και χιλιόμετρα μέσα στον βόρβορο κλπ, ο Ουγκώ επωφελείται αυτής της σκηνής για να κάνει μια από τις παρεκβάσεις, οι οποίες τόσο του αρέσουν, και μιλάει για τους βόθρους και τους υπονόμους των Παρισίων. Ασφαλέστατα αυτά τα οποία λέει πρέπει να βασίζονται στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής του, και νομίζω ότι ο Γερμανός Λίμπιχ είχε ήδη πει αυτά τα πράγματα, πάντως ο Ουγκώ λέει ότι το 1832, αυτή είναι η χρονολογία των γεγονότων, το έργο είναι γραμμένο το 1862, λέει λοιπόν ότι το Παρίσι ρίχνει στη θάλασσα κάθε χρόνο μέσα από τους υπονόμους το ισοδύναμο πεντακοσίων εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Αυτό θα αντιστοιχούσε, με την ισοτιμία του χρυσού σήμερα, σε δέκα εκατομμύρια δολάρια το χρόνο και ασφαλώς σε περισσότερα, διότι η ισοτιμία του χρυσού υποτιμά την άνοδο των τιμών. Και αντιπαραθέτει τους υπονόμους των Παρισίων με τη συμπεριφορά των Κινέζων χωρικών, οι οποίο λιπαίνουν, λέει, τη γη, με τα ίδια τους τα περιττώματα και γι΄ αυτό "η γη της Κίνας είναι σήμερα τόσο γόνιμη όσο ήταν την πρώτη μέρα της δημιουργίας". Μ΄άλλα λόγια ο Ουγκώ ξέρει αυτό το οποίο ο Μαρξ δεν ξέρει, ότι οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η καπιταλιστική οικονομία είναι οικονομία σπατάλης.»
(Από διάλεξη του Κορνήλιου Καστοριάδη που δόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1993 στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τη διάβασα στο βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, εκδ. Ύψιλον)
Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009
Άγγιγμα γυναίκας

Ο ΕΡΧΟΜΟΣ
Βράδυνα τη σκέψη μου στ΄ ακρωτήρι του μύθου
ν' αφουγκρασθεί ανασεμιές της θάλασσας
που μεθυσμένη αγκομαχούσε.
Σ΄ έχασα στις πτυχές βράχου σκληρού
και θάρρεψα πως θα σε βρω στους στίχους των ψαράδων,
σε πυροφάνι άφεγγης νυχτιάς,
στη σκούνα τ΄ ονείρου που σε τρύγησε.
Βράδυνα τη σιωπή μου ... να σε κυκλώσει
να νιώσεις την πλήρωση του αγγίγματος
στη στέρηση της κουρσεμένης νιότης.
Σ΄έχασα στο κύμα της ερήμου
κει που τα χνάρια των θνητών σαρώνει η πνοή τ΄αοράτου...
μα ήρθες πλάι μου
-δροσιά από μίσχο γιασεμιού,
πού΄σταξε σε καυτή παλάμη.
Κι ύγρανε μια παλάμη που χρόνια αρνιότανε να κλείσει,
που τη φιλούσε μοναχά ο άνεμος,
την άγγιζαν οι γαλαξίες
κι εκείνη τραγουδούσε -πάντα ανοιχτή- τον ερχομό σου.
(Από την ποιητική συλλογή Αληθομυθεύματα της φίλης μου Μαρίας Παπαδάκη, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ)
Γυναικεία ποίηση. Τρυφερή, αισθησιακή, εκστατική, ερωτική.
Φωνή γυναίκας που περιμένει τον ερχομό ενός έρωτα αποθεωτικού, όχι με νωχέλεια και παθητικότητα, αλλά με εγρήγορση και πάθος. Με το ανόθευτο κι αξόδευτο του παιδιού. Αναζητεί κι αναμένει. Άδει και σιωπά. Ζητάει από τη ζωή και παίρνει. Ανοιχτή κι απροκατάληπτη.
Φωνή με αφή. Ξέρει να μιλάει για αγγίγματα και φιλήματα.
Φωνή που όταν σωπαίνει, ακούει τον αντίλαλό της στα αγκομαχητά της θάλασσας και στους στίχους των ψαράδων.
Φωνή που τραγουδάει. Φωνή καλλίφωνη.
Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Επίκαιρος ο Επίκουρος; Ακόμα και για τους κάπως παρεξηγημένους φιλοσόφους έχει ο καιρός γυρίσματα. Τον είπαν ηδονιστή, τον είπαν άθεο, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Σημασία έχει ότι πάλεψε κι εκείνος με τα ίδια στοιχειά που παλεύουν οι φιλόσοφοι σε κάθε εποχή, κορυφαίοι ή και μικρομεσαίοι. Προσπάθησε πιο πολύ με τη διδασκαλία του και κυρίως δίνοντας με τη ζωή του το παράδειγμα, να εκριζώσει από τις ψυχές το φόβο μπροστά στα μεγάλα δεινά (στο θάνατο, στον πόνο και τη δυστυχία). Οι διδαχές του άλλοτε βρήκαν μεγάλη απήχηση κι άλλοτε μικρότερη ή και σχεδόν μηδαμινή.
Έρχεται όμως ο καιρός που ένας παγκοσμίου φήμης ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας φιλοσοφικοψυχολογικών μυθιστορημάτων, θα στρέψει πάλι μετά από καιρό τα φώτα της δημοσιότητας στον Επίκουρο γράφοντας ένα βιβλίο (και δίνοντας μια διάλεξη με θέμα το φόβο του θανάτου πριν από λίγους μήνες στο Μέγαρο Μουσικής).
Ας θυμηθούμε εδώ κάποιες άλλες επικούρειες "δόξες":
«Απ΄όλα όσα η σοφία δημιουργεί για μια ευτυχισμένη ζωή, το πιο σημαντικό είναι η απόκτηση της φιλίας».
«Πρέπει να συλλογιζόμαστε τον πραγματικό σκοπό της ζωής και τη σύνολη πραγματικότητα πάνω στην οποία θα στηρίξουμε τις πεποιθήσεις μας. Διαφορετικά, όλα θα είναι γεμάτα από ασάφεια και σύγχυση».
«Ο πλούτος που ζητάμε από τη φύση μας έχει όρια και εύκολα μπορούμε να τον αποκτήσουμε. Ο πλούτος που ζητάμε από ματαιοδοξία δεν έχει όρια».
«Δεν ωφελεί σε τίποτα από τη μια να επιδιώκουμε την ασφάλειά μας από τους ανθρώπους κι από την άλλη να νιώθουμε φόβο για ό,τι συμβαίνει στον ουρανό, κάτω από τη γη και γενικώς στο άπειρο».
Δεν είναι κακό να παίρνουμε γνώμες.
Επικούρειες ή όχι, πάντα είναι επικουρικές.
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009
Ο ΠΛΟΥΣ ΑΛΛΟΥ

Μέσα σε τούτο το πλοιάριο
χωρέσαμε όλοι
ξεκινάει να φύγει
δεν πάει αλλού
εδώ μένει
μεσοπέλαγα του χρόνου
με τις μηχανές αναμμένες
και τα πνεύματα εξημμένα.
Έχουμε ήδη ξεχάσει τον πλου
κι ασχολούμαστε ο ένας
με τη στραβή μύτη του άλλου.
Κάποιος παίζει χωρίς χορδές
άλλοι ακούν άλλοι γελάνε
όλοι τα ίδια λόγια αναμασάνε
κι ένας μπερδεύτηκε στο μέτρημα
και ξαναρχίζει
πολλοί ή λίγοι χωρέσαμε
σώφρονες άφρονες όλοι.
(17.06.2009)
Κυριακή 14 Ιουνίου 2009
Μια "υποδειγματική" διδασκαλία!
Ο Gombrowicz για τον Heidegger:
«Ο Χάιντεγγερ λέει ότι η ουσία του ανθρώπου είναι η ύπαρξή του, ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα καθορισμένο πράγμα. Δεν υπάρχουν πρότυπα του ανθρώπου -όπως για παράδειγμα, στην καθολική φιλοσοφία-, αλλά ο άνθρωπος είναι ένα ον που βαίνει προς το είναι του. Λεπτή αλλά βαθιά διαφορά. Δεν μπορούμε να πούμε ότι κάποιος είναι άνθρωπος, μπορούμε να πούμε ότι γίνεται άνθρωπος, ότι πραγματώνεται ως ανθρώπινη ύπαρξη [...]
Ο άνθρωπος υπάρχει σε δύο επίπεδα:
1. καθημερινή ύπαρξη, κοινότοπη
2. αυθεντική ύπαρξη
[...] Η κοινότοπη ζωή είναι απλώς μια φυγή από τον εαυτό μας, σε αναζήτηση της λήθης και του αφανισμού. Το να γίνεις άνθρωπος είναι μόνο μια δυνατότητα. [...] Το πέρασμα από αυτή τη μη αυθεντική σφαίρα στην αυθεντική δεν γίνεται μέσω μιας διαδικασίας πολιτισμού, γνώσης, αλλά μέσω αυτού που ονομάζει άλμα, μιας απόφασης να αποδεχθούμε την αγωνία και την αποκάλυψή της. Η αγωνία παίζει τρομερό ρόλο στον υπαρξισμό:
Πώς να οριστεί η αγωνία;
Φόβος είναι ο φόβος κάποιου πράγματος.
Αγωνία είναι ο φόβος του τίποτα,
του μη νοήματος,
του να μη δίνεις κάποιο νόημα στον κόσμο,
του να χάνεις τον εαυτό σου.
[...] Για μένα, η ηλιθιότητα απορρέει από έναν εξτρεμισμό, ο οποίος δεν είναι, κατά κανένα τρόπο, η αληθινή πραγματικότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι η ύπαρξη που χρειάζεται μια μέτρια θερμοκρασία. Ούτε ο μικρόκοσμος ούτε ο μακρόκοσμος είναι η επικράτεια του ανθρώπου. [... ] Δεν πρέπει να υποκύπτουμε σε θεωρίες, πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα συστήματα έχουν πολύ σύντομη ζωή και δεν πρέπει να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να μας επιβληθούν.»
(Από το βιβλίο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο, εκδ.Πατάκη)
«Ο Χάιντεγγερ λέει ότι η ουσία του ανθρώπου είναι η ύπαρξή του, ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα καθορισμένο πράγμα. Δεν υπάρχουν πρότυπα του ανθρώπου -όπως για παράδειγμα, στην καθολική φιλοσοφία-, αλλά ο άνθρωπος είναι ένα ον που βαίνει προς το είναι του. Λεπτή αλλά βαθιά διαφορά. Δεν μπορούμε να πούμε ότι κάποιος είναι άνθρωπος, μπορούμε να πούμε ότι γίνεται άνθρωπος, ότι πραγματώνεται ως ανθρώπινη ύπαρξη [...]
Ο άνθρωπος υπάρχει σε δύο επίπεδα:
1. καθημερινή ύπαρξη, κοινότοπη
2. αυθεντική ύπαρξη
[...] Η κοινότοπη ζωή είναι απλώς μια φυγή από τον εαυτό μας, σε αναζήτηση της λήθης και του αφανισμού. Το να γίνεις άνθρωπος είναι μόνο μια δυνατότητα. [...] Το πέρασμα από αυτή τη μη αυθεντική σφαίρα στην αυθεντική δεν γίνεται μέσω μιας διαδικασίας πολιτισμού, γνώσης, αλλά μέσω αυτού που ονομάζει άλμα, μιας απόφασης να αποδεχθούμε την αγωνία και την αποκάλυψή της. Η αγωνία παίζει τρομερό ρόλο στον υπαρξισμό:
Πώς να οριστεί η αγωνία;
Φόβος είναι ο φόβος κάποιου πράγματος.
Αγωνία είναι ο φόβος του τίποτα,
του μη νοήματος,
του να μη δίνεις κάποιο νόημα στον κόσμο,
του να χάνεις τον εαυτό σου.
[...] Για μένα, η ηλιθιότητα απορρέει από έναν εξτρεμισμό, ο οποίος δεν είναι, κατά κανένα τρόπο, η αληθινή πραγματικότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι η ύπαρξη που χρειάζεται μια μέτρια θερμοκρασία. Ούτε ο μικρόκοσμος ούτε ο μακρόκοσμος είναι η επικράτεια του ανθρώπου. [... ] Δεν πρέπει να υποκύπτουμε σε θεωρίες, πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα συστήματα έχουν πολύ σύντομη ζωή και δεν πρέπει να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να μας επιβληθούν.»
(Από το βιβλίο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο, εκδ.Πατάκη)
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
ΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΑΚΙ
Πού να χωρέσουν τόσα χαράγματα στο φλοιό του μυαλού μας; Γράφει και σβήνει συνεχώς, από τη στιγμή που γεννιόμαστε (κι ίσως νωρίτερα) μέχρι το τέλος. Όλα εκεί συνωστίζονται, κι ό,τι φτάσει πιο βαθιά κι αφήσει ανεξίτηλα το ίχνος του, βρήκε το χώρο του στην αρχαιολογία της ζωής μας κι αναπαύεται εκεί μέχρι να το καλέσουμε -μπορεί κι αθέλητα- να βγει για λίγο έξω να μας θυμίσει την ύπαρξή του, να θυμηθούμε μαζί του ποιοι ήμαστε, τι μάθαμε, τι είδαμε, ποιους γνωρίσαμε, τι ζήσαμε. Περνούν από τα μάτια μας εικόνες, από τα αυτιά μας ήχοι, από την ψυχή μας συναισθήματα, από το σώμα μας αισθήσεις. Κι έτσι παραδινόμαστε στη βεβαιότητα του είναι, κι αφήνουμε για λίγο την περιδίνηση στο γίγνεσθαι.
Με τον ίδιο τρόπο συνωστίζονται μέσα μας και τα διαβάσματά μας. Παλεύουν κι αυτά να εντυπωθούν, παλεύουμε κι εμείς να κρατήσουμε το μέγιστο δυνατό από κάθε σελίδα που αγαπήσαμε. Περνάει ο καιρός κι οι λεπτομέρειες (ό,τι πιο έξοχο δηλαδή) ωχριούν. Σαν τους ανθρώπους που γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, αλλά οι δρόμοι μας χωρίσανε και τώρα πια τους θυμόμαστε σε "γενικές γραμμές". Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι υπάρχει πάντα μέσα μας το σταθερό τους περίγραμμα, ο χώρος ο δικός τους, ο αναπαλλοτρίωτος. Μια μικρή συνειρμική ώθηση χρειάζεται για να θυμηθούμε μια απ΄ όλες τις λεπτομέρειες, μια μικρή ουλή στο μέτωπο ας πούμε, ή τα χείλη την ώρα που φυσούν τον καπνό του τσιγάρου.
Έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε που διάβασα τους Αδελφούς Καραμάζοβ (εννοείται στις εκδόσεις Γκοβόστη, εννοείται από μετάφραση του Αλεξάνδρου). Θυμήθηκα -δεν ξέρω γιατί- ένα παραμυθάκι που αφηγείται η Γκρούσενκα, αυτό το "αχαλίνωτο" ντοστογιεφσκικό θηλυκό στο τέλος του β΄τόμου. Έψαξα, το βρήκα και το ξαναδιάβασα. Το αντιγράφω γιατί δεν θέλω να το πω ούτε σε γενικές γραμμές ούτε με τα δικά μου λόγια:
«Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε μια κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα. Πέθανε κι ούτε ένα καλό δεν είχε κάνει στη ζωή της. Την άρπαξαν το λοιπόν οι διαβόλοι και την πετάξανε στη φλογισμένη λίμνη. Τότε ο φύλακας - άγγελός της κάθισε και σκέφτηκε: "Πρέπει να θυμηθώ καμιά καλοσύνη της για να πάω να την πω στο Θεό". Θυμήθηκε, και μια και δυο πάει και λέει στο Θεό: "Αυτή, του λέει, έβγαλε ένα κρεμμυδάκι φρέσκο απ΄ το περιβόλι και τό΄δωσε σε μια ζητιάνα". Κι ο Θεός απαντάει: "Πάρε λοιπόν το ίδιο εκείνο κρεμμυδάκι, και πήγαινε πάνω απ΄τη λίμνη. Βάστα το κρεμμυδάκι απ΄τη μια άκρη κι ας πιαστεί αυτή απ΄την άλλη. Τότε τράβα την. Αν τα καταφέρεις να την τραβήξεις απ΄τη λίμνη, τότε ας πάει στον Παράδεισο. Όμως αν σπάσει το κρεμμυδάκι, θα πει πως καλά είναι εκεί που είναι". Έτρεξε ο άγγελος στη γυναίκα και της λέει: "Πιάσου γερά απ΄το κρεμμυδάκι κι εγώ θα σε τραβήξω." Κι άρχισε να την τραβάει προσεχτικά. Την είχε βγάλει σχεδόν ολάκερη απ΄τη λίμνη, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί πως την τραβάνε έξω, γαντζώθηκαν όλοι πάνω της για να βγούν κι αυτοί μαζί της. Μα η γυναίκα ήταν κακιά, σωστή μέγαιρα, κι άρχισε να τους κλωτσάει: "Εμένα θέλουν να βγάλουν κι όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι κι όχι δικό σας." Μόλις το΄ πε αυτό, το κρεμμυδάκι έσπασε. Κι αυτή ξανάπεσε στη λίμνη και καίγεται εκεί πέρα ως τα σήμερα. Ο άγγελος έβαλε τα κλάματα κι έφυγε».
Σε αντίθεση με τους ανθρώπους τα βιβλία είναι πάντα εκεί. Απλά σε περιμένουν να τα ξαναδιαβάσεις.
Με τον ίδιο τρόπο συνωστίζονται μέσα μας και τα διαβάσματά μας. Παλεύουν κι αυτά να εντυπωθούν, παλεύουμε κι εμείς να κρατήσουμε το μέγιστο δυνατό από κάθε σελίδα που αγαπήσαμε. Περνάει ο καιρός κι οι λεπτομέρειες (ό,τι πιο έξοχο δηλαδή) ωχριούν. Σαν τους ανθρώπους που γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, αλλά οι δρόμοι μας χωρίσανε και τώρα πια τους θυμόμαστε σε "γενικές γραμμές". Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι υπάρχει πάντα μέσα μας το σταθερό τους περίγραμμα, ο χώρος ο δικός τους, ο αναπαλλοτρίωτος. Μια μικρή συνειρμική ώθηση χρειάζεται για να θυμηθούμε μια απ΄ όλες τις λεπτομέρειες, μια μικρή ουλή στο μέτωπο ας πούμε, ή τα χείλη την ώρα που φυσούν τον καπνό του τσιγάρου.
Έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε που διάβασα τους Αδελφούς Καραμάζοβ (εννοείται στις εκδόσεις Γκοβόστη, εννοείται από μετάφραση του Αλεξάνδρου). Θυμήθηκα -δεν ξέρω γιατί- ένα παραμυθάκι που αφηγείται η Γκρούσενκα, αυτό το "αχαλίνωτο" ντοστογιεφσκικό θηλυκό στο τέλος του β΄τόμου. Έψαξα, το βρήκα και το ξαναδιάβασα. Το αντιγράφω γιατί δεν θέλω να το πω ούτε σε γενικές γραμμές ούτε με τα δικά μου λόγια:
«Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε μια κακιά γυναίκα, σωστή μέγαιρα. Πέθανε κι ούτε ένα καλό δεν είχε κάνει στη ζωή της. Την άρπαξαν το λοιπόν οι διαβόλοι και την πετάξανε στη φλογισμένη λίμνη. Τότε ο φύλακας - άγγελός της κάθισε και σκέφτηκε: "Πρέπει να θυμηθώ καμιά καλοσύνη της για να πάω να την πω στο Θεό". Θυμήθηκε, και μια και δυο πάει και λέει στο Θεό: "Αυτή, του λέει, έβγαλε ένα κρεμμυδάκι φρέσκο απ΄ το περιβόλι και τό΄δωσε σε μια ζητιάνα". Κι ο Θεός απαντάει: "Πάρε λοιπόν το ίδιο εκείνο κρεμμυδάκι, και πήγαινε πάνω απ΄τη λίμνη. Βάστα το κρεμμυδάκι απ΄τη μια άκρη κι ας πιαστεί αυτή απ΄την άλλη. Τότε τράβα την. Αν τα καταφέρεις να την τραβήξεις απ΄τη λίμνη, τότε ας πάει στον Παράδεισο. Όμως αν σπάσει το κρεμμυδάκι, θα πει πως καλά είναι εκεί που είναι". Έτρεξε ο άγγελος στη γυναίκα και της λέει: "Πιάσου γερά απ΄το κρεμμυδάκι κι εγώ θα σε τραβήξω." Κι άρχισε να την τραβάει προσεχτικά. Την είχε βγάλει σχεδόν ολάκερη απ΄τη λίμνη, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί πως την τραβάνε έξω, γαντζώθηκαν όλοι πάνω της για να βγούν κι αυτοί μαζί της. Μα η γυναίκα ήταν κακιά, σωστή μέγαιρα, κι άρχισε να τους κλωτσάει: "Εμένα θέλουν να βγάλουν κι όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι κι όχι δικό σας." Μόλις το΄ πε αυτό, το κρεμμυδάκι έσπασε. Κι αυτή ξανάπεσε στη λίμνη και καίγεται εκεί πέρα ως τα σήμερα. Ο άγγελος έβαλε τα κλάματα κι έφυγε».
Σε αντίθεση με τους ανθρώπους τα βιβλία είναι πάντα εκεί. Απλά σε περιμένουν να τα ξαναδιαβάσεις.
Σάββατο 6 Ιουνίου 2009
ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟ
Με σύντονα βήματα
διαβήκαμε το κατώφλι του αιώνα
συναγωνιστές στα ωραία έργα
στον ανήφορο της ζωής συνοδοιπόροι.
Κι αν έπρεπε να πολεμήσουμε
μαζί
από το ίδιο μετερίζι θα' ταν
και συμπολεμιστές θα ήμαστε
μόνο που πόλεμος δεν έγινε
μονάχα κάποιες διαδηλώσεις
όπου ο ένας πλάι στον άλλο
γδέρναμε τα λαρύγγια μας
και τα δροσίζαμε μετά με αλκοόλ
συμπότες μέχρι αργά τα ξημερώματα
όταν χωρίζαμε για να πάει ο καθείς στο σπίτι του
στις έγνοιες του
στην άγνοιά του.
Τελικά δεν υπάρχουν συμπτώσεις
ο καθένας πέφτει στην ανυποληψία
μόνος του.
(7.6.09 Κυριακή της Πεντηκοστής και των Ευρωεκλογών, βοήθειά μας!)
διαβήκαμε το κατώφλι του αιώνα
συναγωνιστές στα ωραία έργα
στον ανήφορο της ζωής συνοδοιπόροι.
Κι αν έπρεπε να πολεμήσουμε
μαζί
από το ίδιο μετερίζι θα' ταν
και συμπολεμιστές θα ήμαστε
μόνο που πόλεμος δεν έγινε
μονάχα κάποιες διαδηλώσεις
όπου ο ένας πλάι στον άλλο
γδέρναμε τα λαρύγγια μας
και τα δροσίζαμε μετά με αλκοόλ
συμπότες μέχρι αργά τα ξημερώματα
όταν χωρίζαμε για να πάει ο καθείς στο σπίτι του
στις έγνοιες του
στην άγνοιά του.
Τελικά δεν υπάρχουν συμπτώσεις
ο καθένας πέφτει στην ανυποληψία
μόνος του.
(7.6.09 Κυριακή της Πεντηκοστής και των Ευρωεκλογών, βοήθειά μας!)
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009
Εκλεκτικές συγγένειες

Άλλοτε ένιωθε δυνατός σαν θεός. Έλεγαν μάλιστα πως έκανε θαύματα κι αναστάσεις. Ήταν η Φιλότητα που συγκέντρωνε μέσα του σε ύψιστο βαθμό τις δυνάμεις του καλού.
Άλλοτε ομολογούσε με συντριβή την αμαρτωλότητά του. Ήταν το Νείκος που σκόρπιζε μακριά τις αντιστάσεις του στο κακό και τον άφηνε να περιπέσει στη δυσμένεια των θεών.
Ο Εμπεδοκλής στα μισά περίπου του 5ου αιώνα π.Χ μιλούσε σαν προφήτης, επιστήμονας, φιλόσοφος και πιο πολύ σαν ποιητής:
Σαν θεός:
«Διαβαίνω ανάμεσά σας, θεός αθάνατος, όχι πια θνητός, τιμημένος απ' όλους όπως αρμόζει, θαλερά στεφανωμένος. Κι όταν φτάσω στις ανθηρές πολιτείες όλοι με τιμούν, άντρες γυναίκες. Μυριάδες μ' ακολουθούν για να σωθούν, για να τους δείξω πώς θα βγούνε κερδισμένοι. Άλλοι ζητούν χρησμούς, κι άλλοι βασανισμένοι από αρρώστειες βαριές, παρακαλούν ν΄ακούσουν από μένα λόγια παρήγορα για τη γιατρειά τους...αλλά γιατί ν΄ ασχοληθώ μ' αυτά τα ασήμαντα σαν να' ταν κάτι σπουδαίο το ότι υπερέχω από τους θνητούς, πολύφθαρτους ανθρώπους;» (Καθαρμοί 112, 1-10)
Σαν θνητός:
«Υπάρχει ένας χρησμός της Ανάγκης, ένας παλιός νόμος των θεών, αιώνιος και σφραγισμένος με όρκους μεγάλους, πως όταν κάποιος από τους δαίμονες που έλαχε στη ζωή του μακροημέρευση, αμαρτήσει και μιανθεί από φόνο, ή αν ακολούθησε το νείκος κι έγινε επίορκος, πρέπει να περιπλανηθεί τρεις μυριάδες χρόνια μακριά απ΄όσους οι άλλοι μακαρίζουν, περνώντας στη μακραίωνη διαδρομή του από κάθε λογής θνητή μορφή, αλλάζοντας τη μια μετά την άλλη τις δύσκολες στράτες. Γιατί ο αέρας τον σπρώχνει στη θάλασσα κι η θάλασσα τον ρίχνει στη στεριά. Κι η στεριά τον χτυπά πάνω στις καυτές αχτίδες του ήλιου κι αυτός τον πετά στους ανεμοστρόβιλους του αέρα. Ο ένας τον ρίχνει στον άλλο κι όλοι τον αποδιώχνουν. Έτσι κι εγώ τώρα, εξόριστος από τους θεούς και πλάνης, γιατί πίστεψα στο νείκος που μαινόταν.» (Καθαρμοί 115, 1-14)
Γιατί θυμήθηκα τη Φιλότητα και το Νείκος; Τη Φιλία και την Έριδα; Τον Έρωτα και το Θάνατο;
Διάβασα πρόσφατα ένα κείμενο του Φρόυντ, γραμμένο το 1937 λίγο πριν από το θάνατό του (Sigmund Freud, Περατή και μη περατή ανάλυση, εκδ.Πλέθρον). Σε κάποιο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού, ο Φρόυντ κάνει μια εκτενή αναφορά στη διδασκαλία του Εμπεδοκλή περί των δύο αρχών, της φιλότητας και του νείκους ως προδιατυπώσεων της ψυχαναλυτικής θεωρίας των ορμών. «Ως προς το όνομα αλλά και τη λειτουργία, οι δυο θεμελιώδεις αρχές του Εμπεδοκλή -η φιλία και το νείκος- είναι ίδιες με τις δικές μας πρωταρχικές ορμές, τον Έρωτα και την καταστροφή. Ο μεν προσπαθεί να συγχωνεύσει το υπάρχον σε διαρκώς μεγαλύτερες ενότητες, η δε να διαλύσει αυτές τις ενώσεις και να καταστρέψει τα μορφώματα που δημιούργησαν [...] Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ποια ένδυση θα εμφανιστεί ο πυρήνας αλήθειας της διδασκαλίας του Εμπεδοκλή, όπως θα την κατανοούμε στο μέλλον.»
Έτσι είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι. Αναγνωρίζονται μεταξύ τους ακόμα και μετά από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)