
Υπάρχουν σκέψεις, κείμενα ή ολόκληρες θεωρίες που μπορεί να διαβάσεις και να αναρωτηθείς "τι θέλει να πει ο ποιητής" (εν προκειμένω ο φιλόσοφος, αλλά κι αυτός τι είναι καθόσον μετέχει αυτού του ιδιαίτερου ποιείν;)
Από την άλλη υπάρχουν διανοήματα και στοχασμοί που νομίζεις ότι προορίζονταν για σένα, για τους διαβάσεις, να τους κατανοήσεις βαθιά σαν να τους έγραψες εσύ. (Ας διαβαστεί κυριολεκτικά ως παρομοίωση, "σαν να τους έγραψες". Όχι ότι θα μπορούσες να τους έχεις γράψει κιόλας!!!)
Σε πρόλαβε όμως κάποιος πριν από ένα χρόνο, έναν αιώνα ή δυο χιλιετίες. Και νιώθεις τότε μια μοναδική εγγύτητα που καταργεί την όποια απόστασή σου (χωροχρονική ή πνευματική) από κείνον που άφησε το αποτύπωμά του στο μακρύ δρόμο της παγκόσμια σκέψης για να πατήσεις εσύ (και τόσοι άλλοι) με ασφάλεια γλιτώνοντας έστω και για λίγο την ολισθηρότητα των ατέρμονων αναζητήσεων.
Η Χάνα Άρεντ, γερμανοεβραία φιλόσοφος και πολιτειολόγος, εγκαταλείπει τη Γερμανία το 1933, ζει για ένα διάστημα οκτώ ετών στο Παρίσι και περισσότερα από είκοσι χρόνια στην Αμερική (μετά την πρώτη δεκαετία λαμβάνει και την αμερικανική υπηκοότητα). Έχοντας σπουδάσει φιλοσοφία πλάι στον Μάρτιν Χάιντεγγερ (με τον οποίο συνδέεται ερωτικά εκείνα τα χρόνια), διαγράφει φεύγοντας από κοντά του τη δική της πνευματική πορεία, διαφοροποιούμενη από το δάσκαλο και ασκώντας του κριτική πάνω σε ζητήματα φιλοσοφικά και μη. Με κέντρο βάρους τον πολιτικό στοχασμό, με σημεία αναφοράς την αρχαία "πόλιν" και τον Αριστοτέλη, τον ιερό Αυγουστίνο και το Νίτσε, τον απόστολο Παύλο και τον Καντ, με υπόβαθρο την άλλοτε υπνώττουσα κι άλλοτε αφυπνισμένη εβραϊκότητά της, η Χάννα προς το τέλος της ζωής της θα προσεγγίσει πάλι πνευματικά τον Χάιντεγγερ (από τον οποίο κατ' ουσίαν δεν έχει ποτέ αποκοπεί) και θα διαδώσει το έργο του στην αμερικανική ήπειρο.
Σταθμοί του αρεντιανού στοχασμού η αντίληψη της ανθρώπινης ζωής ως πολιτικής πράξης, ο μετασχηματισμός της ζωής σε βίο, αφηγημένη δηλαδή ιστορία για την οποία προϋποτίθεται μνήμη και μαρτυρία, η θεώρηση του ολοκληρωτισμού ως απορρέοντος από τη διάλυση των εθνικών, πολιτικών και θρησκευτικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων (διάλυση που επήλθε προοδευτικά μετά το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση), η εξέταση των συνεπειών του ολοκληρωτισμού με κύρια την εξάλειψη του ανθρώπινου όντος (φυσική εξόντωση και πολύ περισσότερο κατάργηση του ηθικού προσώπου). Στο πλαίσιο αυτής της ολέθριας ηθικής αμβλύτητας η Άρεντ θα γράψει τη δική της μαρτυρία για την περίφημη δίκη του Άιχμαν (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, εκδ. Θύρσος) κι εκεί θα αναπτύξει εξόχως τη θέση της για την κοινοτοπία του κακού. Με τη θέση αυτή που δικαιολογημένα προξενεί ποικιλία αντιδράσεων, αντιτίθεται στην ιδέα που έχει επικρατήσει περί ανθρωπόμορφων τεράτων - συνεργών του Ολοκαυτώματος. Δεν ήταν όλοι οι ναζιστές διεστραμμένοι. Ο Άιχμαν δεν είναι ένα "τέρας". Είναι ένας συνηθισμένος Γερμανός, ούτε διανοητικά καθυστερημένος ούτε αμοραλιστής. Απεναντίας θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι οπαδός ενός παρανοημένου καντιανού ηθικισμού. Είναι κάποιος που ακολούθησε κατά γράμμα τις εντολές των ανωτέρων του χωρίς να εξετάσει την ορθότητα ή μη των εντολών αυτών. Γιατί; Διότι απλούστατα δεν είχε αυτήν την ικανότητα. Το ολοκληρωτικό πλαίσιο εντός του οποίου έμαθε να ζει και να προσφέρει τις όποιες υπηρεσίες του, εκμηδένισε ακριβώς αυτή την ικανότητα: του εκρίζωσε τη δυνατότητα του σκέπτεσθαι και του εμφύτευσε την απεριόριστη πίστη στις αποφάσεις του Καθεστώτος. Είναι όμως αθώος; Όχι βέβαια, γι΄ αυτό και πρέπει να τιμωρηθεί. Η δικαιοσύνη αφορά στα διαπραχθέντα εγκλήματα κι όχι στον διαπράξαντα, δηλαδή στο πρόσωπο που φέρει ή όχι την ηθική ευθύνη για τη διάπραξή τους.
Και σ΄ αυτή την έννοια, του προσώπου, την τόσο αγνοημένη και ενίοτε καταπατημένη από πάσης φύσεως -ισμούς δίνει την έμφαση η Χάνα Άρεντ. Ποιοι μηχανισμοί, αν ενεργοποιηθούν, έχουν την δύναμη να διασώσουν το πρόσωπο (τη μοναδικότητα του ανθρώπου) από την ισοπεδωτική του υποταγή σε κάποιο σύστημα; Συγχώρεση εναντίον εκδίκησης και υπόσχεση εναντίον κυριαρχίας. Αναδιαμόρφωση της ηθικής ώστε να μη περιστρέφεται παθητικά γύρω από αρχές και κανόνες, αλλά να αναγεννάται και να παράγει κρίσεις ως αποτελέσματα των ενεργών μηχανισμών της συγχώρεσης και της υπόσχεσης μέσα σε μια κοινωνία προσώπων κι όχι αυτοματοποιημένων κι ευθυγραμμισμένων ατόμων.
Στη δική μας εποχή (της καταναλωτικής ηθικής) με ποιους μηχανισμούς άραγε μπορεί να σηκώσει κανείς το κεφάλι από τα απέραντα βοσκοτόπια της εικονικής πραγματικότητας; Πώς μπορεί να εγκαθιδρυθεί η κοινωνία της συγχώρεσης και της υπόσχεσης μεταξύ προσώπων των οποίων το προφίλ είναι κατά κύριο λόγο ηλεκτρονικό; Υπάρχουν πρόσωπα ή άτομα; Ή μήπως δεν υπάρχει πια χώρος για πρόσωπα, αλλά μονάχα για άτομα, όπως π.χ στους ανελκυστήρες;

